âgé

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : age, âge

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

  • /a.ʒe/

[] Open book 01.svg Επίθετο

ενικός πληθυντικός
αρσενικό âgé âgés
θηλυκό âgée âgées

âgé  (fr) αρσενικό

  1. ηλικιωμένος
    les personnes âgées
    οι ηλικιωμένοι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: vieux
  2. αυτός που έχει μια ορισμένη ηλικία
    âgé de quarante ans
    σαραντάρης
    le plus âgé
    ο μεγαλύτερος (σε ηλικία)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: aîné
    le moins âgé
    ο μικρότερος (νεότερος)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: cadet

[] Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες