échec
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| échec | échecs |
échec (fr) αρσενικό
[
]
- échec
- échecs
- échiquéen - échiquéenne
- échiqueté - échiquetée
- échiquier