épisodique
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Επίθετο [
]
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | épisodique | épisodiques |
| θηλυκό | épisodiquee | épisodiquees |
épisodique (fr) αρσενικό ή θηλυκό