équité
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| équité | équités |
équité (fr) θηλυκό
- το περί δικαίου αίσθημα
- η δικαιοσύνη