évolution
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| évolution | évolutions |
évolution (fr) θηλυκό
- η εξέλιξη
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| évolution | évolutions |
évolution (fr) θηλυκό