être
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| être | êtres |
être (fr) αρσενικό
- το ον
Ρήμα [
]
être (fr)
Σύνθετα [
]
[
]
Κλίση [
]
- être στο γαλλόφωνο Βικιλεξικό
