óculos

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Lang-pt.gif Πορτογαλικά (pt) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

óculos (pt) αρσενικό μόνο στον πληθυντικό

  1. τα γυαλιά