ślepy

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ślepy < πρωτοσλαβική slěpъ

Open book 01.svg Επίθετο[]

ślepy (pl)

  1. τυφλός
    • που δεν μπορεί να δει
    • (μεταφορικά) που δεν δίνει σημασία στο περιβάλλον
    • που δεν έχει έξοδο, όχι διαμπερής


Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

Εκφράσεις[]

Παροιμίες[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ślepy (pl) αρσενικό

  1. ο τυφλός

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]