źrenica

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική źrenica źrenice
γενική źrenicy źrenic
δοτική źrenicy źrenicom
αιτιατική źrenicę źrenice
οργανική źrenicą źrenicami
τοπική źrenicy źrenicach
κλητική źrenico źrenice

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

źrenica (pl) θηλυκό

  1. η κόρη του ματιού