ΑΑ
Από Βικιλεξικό
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- ΑΑ < Αρχιεπισκοπή Αθηνών
Συντομομορφή
Α.Α. θηλυκό άκλιτο αρκτικόλεξο
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)
Α.Α. θηλυκό άκλιτο αρκτικόλεξο