Εβραίος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Ἑβραῖος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Εβραίος Εβραίοι
γενική Εβραίου Εβραίων
αιτιατική Εβραίο Εβραίους
κλητική Εβραίε Εβραίοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Εβραίος < ελληνιστική κοινή Ἑβραῖος < εβραϊκή, עברי (ivrí)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.ˈvrε.ɔs/

Ομώνυμα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Εβραίος αρσενικό (θηλυκό: Εβραία & (σπάνιο) Εβραίισσα)

  1. ο πιστός της ιουδαϊκής θρησκείας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: Ιουδαίος
  2. ο προερχόμενος από το έθνος των Εβραίων
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: Ισραηλίτης
  3. (μεταφορικά) τσιγκούνης, φιλάργυρος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα:δείτε τη λέξη: τσιγκούνης

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • ο όρος δεν απαντάται σε κανένα ιστορικό κείμενο, παρά μόνο στην Αγία Γραφή
  • η προέλευση του ονόματος πιθανολογείται, από πολλούς μελετητές, από τον πατριάρχη Έβερ, δισέγγονο του Νώε και πρόγονο του Αβραάμ

Παροιμίες[επεξεργασία]

  • Πήγε κι ο Εβραίος στο παζάρι κι ήταν ημέρα Σάββατο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]