Ιουδαίος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Ιουδαίος Ιουδαίοι
γενική Ιουδαίου Ιουδαίων
αιτιατική Ιουδαίο Ιουδαίους
κλητική Ιουδαίε Ιουδαίοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ιουδαίος < αρχαία ελληνική Ἰουδαῖος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.u.ˈðɛ.ɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Ιουδαίος αρσενικό (θηλυκό: Ιουδαία)

  1. (εθνικό) (στην αρχαιότητα) αυτός που ανήκε στο εβραϊκό έθνος, ιδιαίτερα ο πολίτης του βασιλείου του Ιούδα σε αντίθεση με τους Σαμαρείτες
  2. ο πιστός του ιουδαϊσμού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]