Από Βικιλεξικό
| Πτώση |
Ενικός |
Πληθυντικός |
| Ονομαστική |
Μεσαίωνας |
- |
| Γενική |
Μεσαίωνα |
- |
| Αιτιατική |
Μεσαίωνα |
- |
| Κλητική |
Μεσαίωνα |
- |
- Μεσαίωνας < μέσος + αιών
- Η λέξη μαρτυρείται από το 1829
Προφορά
- ΔΦΑ : /mɛ.'sɛ.ɔ.nas/
Μεσαίωνας αρσενικό μόνο στον ενικό
- (ιστορία) η χροσνική περίοδος από τον 5ο έως τον 15ο αιώνα στη Δυτική Ευρώπη. Οι μελετητές θεωρούν ότι, σε σύγκριση με άλλες περιόδους, κύρια χαρακτηριστικά της ήταν η οπισθοδρόμηση, ο σκοταδισμός, η θεοκρατία και η άνοδος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, οι προλήψεις και η περιορισμένη έρευνα και αμφισβήτηση
- (μεταφορικά-υποτιμητικά) η κατάσταση της οπισθοδρόμησης και του σκοταδισμού
Συγγενικές λέξεις