Πηνελόπη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Πηνελόπή -
γενική Πηνελόπής -
αιτιατική Πηνελόπή -
κλητική Πηνελόπή -

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

Πηνελόπη < αρχαία ελληνική Πηνελόπη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pi.nɛ.ˈlɔ.pi/

Open book 01.svg Κύριο όνομα[]

Πηνελόπη θηλυκό

32πχ Μεταφράσεις[]


Η Πηνελόπη (Μουσείο Βατικανού

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός
Ονομαστική Πηνελόπη
Γενική Πηνελόπης
Δοτική Πηνελόπ
Αιτιατική Πηνελόπην
Κλητική Πηνελόπη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

Πηνελόπη < πήνη + λέπω

Open book 01.svg Κύριο όνομα[]

Πηνελόπη θηλυκό

  1. (μυθολογία): ηρωίδα από την Οδύσσεια του Ομήρου, σύζυγος του Οδυσσέα. Το όνομά της είναι σύμβολο της πιστής και αφοσιωμένης συζύγου.
  2. γυναικείο όνομα

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []