Σπαρτιάτης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- Σπαρτιάτης < Σπάρτη
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
Σπαρτιάτης αρσενικό (θηλυκό: Σπαρτιάτισσα)
- ο δημότης ή κάτοικος της Σπάρτης ή αυτός που κατάγεται από την πόλη αυτή
- εκείνος που είναι λιτός σε διάφορες συνήθειές του ή σκληραγωγημένος
- Ο Κώστας αντέχει. Είναι Σπαρτιάτης
- Σκληρή μάνα. Ούτε Σπαρτιάτισσα να ήτανε!