Σπαρτιάτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

Σπαρτιάτης < Σπάρτη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

Σπαρτιάτης αρσενικό (θηλυκό: Σπαρτιάτισσα)

  1. ο δημότης ή κάτοικος της Σπάρτης ή αυτός που κατάγεται από την πόλη αυτή
  2. εκείνος που είναι λιτός σε διάφορες συνήθειές του ή σκληραγωγημένος
    Ο Κώστας αντέχει. Είναι Σπαρτιάτης
    Σκληρή μάνα. Ούτε Σπαρτιάτισσα να ήτανε!

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]