Στέντωρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

Στέντωρ < στένω (βρυχώμαι, κραυγάζω, αλλά και θρηνώ, στενάζω)

Open book 01.svg Κύριο όνομα[]

Στέντωρ αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]