άβουλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἄβουλος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άβουλος άβουλη άβουλο
γενική άβουλου άβουλης άβουλου
αιτιατική άβουλο άβουλη άβουλο
κλητική άβουλε άβουλη άβουλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άβουλοι άβουλες άβουλα
γενική άβουλων άβουλων άβουλων
αιτιατική άβουλους άβουλες άβουλα
κλητική άβουλοι άβουλες άβουλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άβουλος < μεσαιωνική ελληνική άβουλος < α- (στερητικό) + βουλή (βούληση)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈa.vu.lɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈa.vu.li/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈa.vu.lɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άβουλος , -η , -ο

  1. που δεν έχει δική του βούληση, αλλά συνεχώς ακολουθεί τους άλλους κάνοντας ό,τι του υπαγορεύουν
    ήταν ένα άβουλο όργανο του αφεντικού του
  2. ο μη σκεπτόμενος ορθά, ο απερίσκεπτος
  3. άκαρδος, άσπλαχνος

Παροιμίες[επεξεργασία]

  • Άβουλος ο νους, διπλός ο κόπος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]