άλλοθι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- άλλοθι < αρχαία ελληνική ἄλλοθι
Ουσιαστικό
άλλοθι ουδέτερο, άκλιτο
- η βεβαιωτική δήλωση (κατά την υπεράσπιση κατηγορουμένου) ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε διαφορετικό χώρο από αυτόν στον οποίο διαπράχθηκε ένα αδίκημα, κατά την ώρα που αυτό διαπράχθηκε.
- (μεταφορικά) η δικαιολογία που χρησιμοποιεί κάποιος, προκειμένου να αποκρούσει επικρίσεις ή κατηγορίες