άλως
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- άλως < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
άλως θηλυκό
- ο φωτεινός περίγυρος της σελήνης και του ήλιου
- το φωτοστέφανο των αγίων
- ο εξωτερικός κύκλος του βολβού του ματιού
- ο κύκλος που περιβάλλει τη θηλή του γυναικείου μαστού