άμβωνας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- άμβωνας < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
άμβωνας αρσενικό
- υπερυψωμένο βήμα σε εκκλησία, όπου ανεβαίνει ο ιεροκήρυκας για το κήρυγμά του