άμυνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άμυνα άμυνες
γενική άμυνας αμυνών
αιτιατική άμυνα άμυνες
κλητική άμυνα άμυνες
Λόγια γεν. εν.: αμύνης

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

άμυνα < αρχαία ελληνική ἄμυνα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

άμυνα θηλυκό

  1. η απόκρουση επιθετικής ενέργειας
  2. (νομικός όρος): η υπεράσπιση ατόμου από άδικη και παρούσα επίθεση που δέχεται το ίδιο ή άλλο και η εξ αυτής προσβολή του επιτιθεμένου.
  3. τα μέτρα που λαμβάνονται και το υλικό που χρησιμοποιείται για την πρόληψη επιθέσεων
  4. (αθλητισμός) το σύνολο των παικτών που η θέση τους είναι να αντικρούουν επιθετικές ενέργειες
  5. (σκάκι) ομάδα αρχικών κινήσεων όπου ενδιαφέρει το παίξιμο του μαύρου σε αντίθεση με το "άνοιγμα" όπου ενδιαφέρει το παίξιμο του λευκού

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Εκφράσεις[]

  • ενεργητική άμυνα
  • νόμιμη άμυνα
  • παθητική άμυνα
  • Εθνική Άμυνα
  • Πολιτική Άμυνα
  • σικελική άμυνα
  • η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση ή η καλύτερη επίθεση είναι η άμυνα

32πχ Μεταφράσεις[]