άνεργος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άνεργος άνεργη άνεργο
γενική άνεργου άνεργης άνεργου
αιτιατική άνεργο άνεργη άνεργο
κλητική άνεργε άνεργη άνεργο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άνεργοι άνεργες άνεργα
γενική άνεργων άνεργων άνεργων
αιτιατική άνεργους άνεργες άνεργα
κλητική άνεργοι άνεργες άνεργα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άνεργος < μεσαιωνική ελληνική ἄνεργος < σημασιολογικό δάνειο από γερμανική arbeitslos

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άνεργος, -η, -ο

  1. που δεν απασχολείται επαγγελματικά, που δεν βρίσκει δουλειά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]