άνευ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- άνευ < αρχαία ελληνική ἄνευ
[
]
Πρόθεση
άνευ
- (+ γενική) χωρίς, δίχως
- άνευ λόγου και αιτίας, άνευ όρων, άνευ προηγουμένου