άνοια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άνοια άνοιες
γενική άνοιας ανοιών
αιτιατική άνοια άνοιες
κλητική άνοια άνοιες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

άνοια < αρχαία ελληνική ἄνοια < ἄνους < ἀ- στερητικό + νοῦς (έλλειψη νου)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

άνοια θηλυκό

  1. κουταμάρα, μωρία, έκπτωση πνευματικής ικανότητας
  2. (ιατρική) βαθμιαία απώλεια των πνευματικών λειτουργιών του ανθρώπου
    αγγειακή άνοια
    αλκοολική άνοια
    γεροντική άνοια
    τύπου Alzheimer άνοια
    πολυεμφρακτική άνοια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]