άρμη
Από Βικιλεξικό
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- άρμη < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική ἅλμη
[
]
Ουσιαστικό
άρμη θηλυκό
- → δείτε τη λέξη: άλμη