άρτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άρτος άρτοι
γενική άρτου άρτων
αιτιατική άρτο άρτους
κλητική άρτε άρτοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

άρτος < αρχαία ελληνική ἄρτος < ἀραρίσκω ή ἀρτύω ή ίσως εξελληνισμένη αρχαία περσική λέξη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

άρτος αρσενικό

  1. το ψωμί
  2. εκκλησιαστικοί όροι:

Εκφράσεις[]

  • πρατήριο άρτου : κατάστημα που δεν παρασκευάζει ψωμί, αλλά είναι σημείο μεταπώλησης ψωμιού, κουλουριών, γενικά αρτοπαρασκευασμάτων και αρτοσκευασμάτων
  • άρτον και θεάματα : υποτιμητική φράση για την εξουσία που παρείχε άλλοτε δημόσια θεάματα και σιτηρά στο λαό για να του αποσπά την προσοχή από σοβαρά ζητήμαρα ή να τον κατευνάζει, και που κατέληξε όμως να χρησιμοποιείται υποτιμητικά και για το λαό (ο κόσμος θέλει άρτο και θεάματα)
  • τον άρτον ημών τον επιούσιον (από την Κυριακή προσευχή)
  • βγάζουμε/πάμε για τον επιούσιο (εννοείται άρτο): δεν πλουτίζουμε, καλύπτουμε τις απαραίτητες ανάγκες, την επιβίωση

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]