άρωμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άρωμα | αρώματα |
| Γενική | αρώματος | αρωμάτων |
| Αιτιατική | άρωμα | αρώματα |
| Κλητική | άρωμα | αρώματα |
Προφορά
Ετυμολογία
- άρωμα < αρχαία ελληνική ἄρωμα
Ουσιαστικό
άρωμα ουδέτερο
- η ευχάριστη μυρωδιά
συνώνυμα: μοσχοβολιά, ευωδία
- όταν οι γυναίκες έψηναν ψωμί στους φούρνους των σπιτιών τους, όλη η γειτονιά γέμιζε αρώματα
- παρασκεύασμα με ευχάριστη μυρωδιά, που χρησιμοποιείται από άνδρες και γυναίκες ως καλλυντικό
-
- η γνωστή ηθοποιός δήλωνε ότι κοιμόταν φορώντας μόνο το άρωμά της
-