άσθμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | άσθμα | άσθματα |
| γενική | άσθματος | ασθμάτων |
| αιτιατική | άσθμα | άσθματα |
| κλητική | άσθμα | άσθματα |
[
]
Ετυμολογία
- άσθμα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
άσθμα ουδέτερο