άσκηση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | άσκηση | άσκησεις |
| γενική | άσκησης | άσκησεων |
| άσκησεως | ||
| αιτιατική | άσκηση | άσκησεις |
| κλητική | άσκηση | άσκησεις |
Ετυμολογία
- άσκηση < αρχαία ελληνική ἄσκησις
Ουσιαστικό
άσκηση θηλυκό
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)
Συγγενικές λέξεις
- → βλέπε λέξη: ασκώ

