άσμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άσμα | άσματα |
| Γενική | άσματος | ασμάτων |
| Αιτιατική | άσμα | άσματα |
| Κλητική | άσμα | άσματα |
Ετυμολογία
- άσμα < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Προφορά
Ουσιαστικό
άσμα ουδέτερο
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)