άσμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άσμα άσματα
γενική άσματος ασμάτων
αιτιατική άσμα άσματα
κλητική άσμα άσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

άσμα < αρχαία ελληνική ᾆσμα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈa.zma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

άσμα ουδέτερο

  1. τραγούδι
    Ὅμως ἀπ' τ' ἄλλα πιὸ πολὺ μὲ ἄγγιξε τὸ ἆσμα // τὸ Τραπεζούντιον μὲ τὴν παράξενή του γλῶσσα. (Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης, Πάρθεν, από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923)
    Φθάνει τώρα τὸ κέρασμα, // φθάνει ὁ χορός, καὶ τ' ἆσμα. (Ἀνδρέας Κάλβος, Ἡ Λύρα, ᾨδὴ δευτέρα, στ΄, 1824)
  2. ύμνος
  3. υποδιαίρεση μεγάλου ποιητικού έργου
  4. παραφθορά της λέξης άσθμα

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]