άσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άσος άσοι
γενική άσου άσων
αιτιατική άσο άσους
κλητική άσε άσοι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

άσος < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

άσος αρσενικό

  1. ο αριθμός 1
  2. το φύλλο της τράπουλας με το γράμμα Α
  3. άτομο με πολύ μεγάλες ικανότητες σε έναν τομέα

[] Εκφράσεις

  • ένας άσος στο μανίκι ή ένα κρυμμένος άσος: ένα πλεονέκτημα που κρατιέται κρυφό για να εμφανιστεί την κατάλληλη στιγμή και να αιφνιδιάσει τον αντίπαλο
  • μένω στον άσο: αποτυγχάνω και πρέπει να ξαναρχίσω από την αρχή

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες