άσπρο

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική άσπρο άσπρα
Γενική άσπρου άσπρων
Αιτιατική άσπρο άσπρα
Κλητική άσπρο άσπρα

Ετυμολογία

άσπρο < άσπρος < ἄσπρος < λατινική asper  (la)

Προφορά

ΔΦΑ : /'as.pɾɔ/

Ουσιαστικό

άσπρο ουδέτερο

  1. το λευκό χρώμα, που είναι σύνθεση όλων των χρωμάτων
    το άσπρο του χιονιού
    σου πάνε τα άσπρα
  2. το άσπρο μέρος ενός πράγματος
    το άσπρο του κοτόπουλου
    το άσπρο του ματιού


Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα

Συνώνυμα


Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες