|
|
|
- κορεατικά : 흰 (ko) (huin)
- κουρδικά : spî (ku), vebiye (ku)
- κροατικά : bio (hr), bijel (hr)
- λατινικά : albus (la) αρσενικό, alba (la) θηλυκό, album (la) ουδέτερο, candidus (la) αρσενικό
- ολλανδικά : wit (nl)
- ουγγρικά : fehér (hu)
- πολωνικά : biały (pl) αρσενικό, biała (pl) θηλυκό, białe (pl) ουδέτερο
- πορτογαλικά : branco (pt) αρσενικό, branca (pt) θηλυκό
- ρουμανικά : alb (ro)
- ρωσικά : белый (ru) (bélyj)
- σλοβακικά : biely (sk)
- σλοβενικά : bel (sl)
- σουηδικά : vit (sv)
- τσεχικά : bílý (cs) αρσενικό
- τουρκικά : beyaz (tr), ak (tr)
- φινλανδικά : valkoinen (fi), valkea (fi)
|