άστυ
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Δείτε επίσης
:
ἄστυ
Πίνακας περιεχομένων
1
Ελληνικά (el)
1.1
Ετυμολογία
1.2
Ουσιαστικό
1.2.1
Εκφράσεις
1.2.2
Συγγενικές λέξεις
1.2.3
Σύνθετα
1.2.4
Μεταφράσεις
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
<
αρχαία ελληνική
ἄστυ
Ουσιαστικό
άστυ
ουδέτερο
του
άστεως
το κύριο μέρος τη
πόλης
, χωρίς τα
προάστια
Εκφράσεις
κλεινόν άστυ
: η Αθήνα
Συγγενικές λέξεις
αστικός
Σύνθετα
αστίατρος
αστυνομία
αστυφιλία
αστυφύλακας
Μεταφράσεις
ολλανδικά
:
binnenstad
(nl)
,
stadskern
(nl)
Κατηγορίες
:
Ελληνική γλώσσα
|
Ουσιαστικά (ελληνικά)
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δοκιμάστε την Beta
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
Русский