έγγραφο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έγγραφο έγγραφα
γενική εγγράφου εγγράφων
αιτιατική έγγραφο έγγραφα
κλητική έγγραφο έγγραφα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έγγραφο < ελληνιστική κοινή (τὰ) ἔγγραφα, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ἔγγραφος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈɛŋ.ɣɾa.fɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

έγγραφο ουδέτερο

  1. κείμενο που έχει συνταχθεί με επίσημο τρόπο και φέρει στοιχεία του συντάκτη (ατόμου ή φορέα), στοιχεία του αποδέκτη ή των αποδεκτών, ημερομηνία, υπογραφή και συχνά σφραγίδα
  2. αρχείο ηλεκτρονικού υπολογιστή που περιέχει κείμενο

32πχ Μεταφράσεις[]