έγχρωμος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- έγχρωμος < → Η ετυμολογία λείπει.
Επίθετο [
]
έγχρωμος, -η, -ο
- που περιέχει ή απεικονίζει πολλά χρώματα και όχι μόνο το μαύρο, το άσπρο και αποχρώσεις του γκρίζου
- έγχρωμη φωτογραφία, έγχρωμη τηλεόραση
αντώνυμα: ασπρόμαυρος
- (και ως ουσιαστικό, για ανθρώπους) όποιος δεν ανήκει στη λευκή φυλή