έθνος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έθνος | έθνη |
| Γενική | έθνους | εθνών |
| Αιτιατική | έθνος | έθνη |
| Κλητική | έθνος | έθνη |
Ετυμολογία
- έθνος < αρχαία ελληνική ἔθνος
Προφορά
Ουσιαστικό
έθνος ουδέτερο
- σύνολο ατόμων που συνδέονται με κοινό ιστορικό παρελθόν, καταγωγή, στοιχεία πολιτισμού, έχουν, συνήθως, κοινή γλώσσα και θρησκεία και έχουν συνείδηση της κοινής τους ταυτότητας
- σύνολο ατόμων που έχουν συνείδηση κοινής ιστορικής, κοινωνικής, πολιτισμικής κτλ. παράδοσης, αυτόνομη πολιτική συγκρότηση και κατοικούν σε καθορισμένη εδαφική έκταση