έκθλιψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έκθλιψη εκθλίψεις
γενική έκθλιψης
& εκθλίψεως
εκθλίψεων
αιτιατική έκθλιψη εκθλίψεις
κλητική έκθλιψη εκθλίψεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έκθλιψη < θλίβω (πιέζω κάτι και το σπάω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

έκθλιψη θηλυκό

  1. η παραγωγή χυμού από καρπούς (μήλα, ελιές, κλπ.) με τη χρήση μεγάλης πίεσης
  2. (γραμματική) η αποβολή ενός φωνήεντος από το τέλος μιας λέξης η οποία προφέρεται πριν από λέξη με αρχικό φωνήεν

32πχ Μεταφράσεις[]