έκλειψη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- έκλειψη < αρχαία ελληνική ἔκλειψις < ἐκλείπω
[
]
Ουσιαστικό
έκλειψη
- το φαινόμενο κατά το οποίο ένα ουράνιο σώμα εισέρχεται στη σκιά ενός άλλου ουράνιου σώματος με αποτέλεσμα να χάνει μέρος της φωτεινότητάς του ή να μην μπορεί να παρατηρηθεί ολόκληρο ή μέρος του από τη Γη
[
]
Δείτε επίσης
- έκλειψη στη Βικιπαίδεια

[
]
Μεταφράσεις
έκλειψη
|