έλαιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έλαιο έλαια
γενική ελαίου ελαίων
αιτιατική έλαιο έλαια
κλητική έλαιο έλαια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έλαιο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

έλαιο

  • γενική ονομασία για ουσίες οι οποίες σε συνηθισμένες θερμοκρασίες και πιέσεις είναι υγρές και παχύρρευστες και μοιάζουν στην υφή με το λάδι της ελιάς
    1. υγρή ουσία ζωικής ή φυτικής προέλευσης που παράγεται από επεξεργασία λιπαρών ουσιών ή τη σύνθλιψη καρπών· έχει την ίδια χημική σύσταση με τα λίπη, αλλά τα τελευταία είναι στερεά σε συνηθισμένες θερμοκρασίες και πιέσεις
    2. ορυκτέλαιο, παράγωγο του πετρελαίου που χρησιμοποιείται ως λιπαντικό
    3. αιθέριο έλαιο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

δείτε τη λέξη: ελαιο- και -έλαιο

32πχ Μεταφράσεις[]