έλεγχος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | έλεγχος | έλεγχοι |
| γενική | ελέγχου | ελέγχων |
| αιτιατική | έλεγχο | ελέγχους |
| κλητική | έλεγχε | έλεγχοι |
Ετυμολογία [
]
- έλεγχος < αρχαία ελληνική ἔλεγχος
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ˈɛ.lɛŋ.xɔs/
Ουσιαστικό [
]
έλεγχος αρσενικό
- η ενέργεια του ελέγχω
- η λεπτομερής εξέταση προκειμένου να βρεθούν λάθη, παραλείψεις, παρατυπίες κλπ
- μπήκε στο λεωφορείο ο ελεγκτής και έκανε έλεγχο στα εισιτήριά μας
- ο περιορισμός των διαστάσεων ή των συνεπειών ενός ανεπιθύμητου ή καταστροφικού φαινομένου στα επιθυμητά ή ανεκτά επίπεδα
- οι πυροσβέστες έθεσαν υπό έλεγχο την πυρκαγιά
- η συγκράτηση, η πειθάρχηση
- είναι καλό να διατηρούμε τον έλεγχο στις αντιδράσεις μας
- το να κατευθύνω και να καθορίζω τη λειτουργία μιας μηχανής, ενός οχήματος κλπ
- ο οδηγός έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου λόγω υπερβολικής ταχύτητας
- η κυριαρχία σε έναν τόπο
- μετά την ήττα τους έχασαν τον έλεγχο των Στενών του Ελλησπόντου
- η αξιολόγηση και η κρίση
- μετά τη δημοσιογραφική έρευνα πρέπει να ακολουθεί ο έλεγχος των πληροφοριών
- η αποδοκιμασία, η επίπληξη ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης
- μετά την άδικη πράξη ακολουθεί ο έλεγχος από τη συνείδησή μας
- η λεπτομερής εξέταση προκειμένου να βρεθούν λάθη, παραλείψεις, παρατυπίες κλπ
- (στο σχολείο) το έγγραφο με την προφορική βαθμολογία ενός μαθητή που δίνεται στον κηδεμόνα στο τέλος κάθε τριμήνου ή τετραμήνου
[
]
Σύνθετα [
]
Μεταφράσεις [
]
έλεγχος
|