έμβασμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έμβασμα εμβάσματα
γενική εμβάσματος εμβασμάτων
αιτιατική έμβασμα εμβάσματα
κλητική έμβασμα εμβάσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έμβασμα < εμβάζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

έμβασμα ουδέτερο

  • αποστολή ενός χρηματικού ποσού από έναν τραπεζικό λογαριασμό σε έναν άλλο, συνήθως ως τρόπος πληρωμής μέσω τραπέζης.
Πολλές οικογένειες συντηρούνται από τα εμβάσματα των ξενιτεμένων μελών τους.


32πχ Μεταφράσεις[]