έμβρυο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έμβρυο έμβρυα
γενική εμβρύου εμβρύων
αιτιατική έμβρυο έμβρυα
κλητική έμβρυο έμβρυα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έμβρυο < αρχαία ελληνική ἔμβρυον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈɛɱ.vɾi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

έμβρυο ουδέτερο

  1. κάθε έμβιος οργανισμός στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του
  2. το γονιμοποιημένο ανθρώπινο ωάριο κυρίως από τον 4ο μήνα της κυοφορίας του μέχρι τον τοκετό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]