έναυσμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έναυσμα εναύσματα
γενική εναύσματος εναυσμάτων
αιτιατική έναυσμα εναύσματα
κλητική έναυσμα εναύσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έναυσμα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

έναυσμα ουδέτερο

  1. αυτό που χρησιμεύει ως άναμμα, για ανάφλεξη της φωτιάς, το προσάναμμα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: το εμπύρευμα, το έκκαυμα, τα φρύγανα
  2. πράξη ή συμβάν εξαιτίας του οποίου γίνεται έντονη αντίδραση, που εξεγείρει και παροξύνει τα πάθη
  3. αιτία, αφορμή, λόγος που συμβαίνει κάτι
    οι φωτιές του 2007 ... ήταν το έναυσμα για την ίδρυση του Πυροσβεστικού Κλιμακίου στην περιοχή (Ακρίτες - φρουροί και για πυρκαγιές, Ελευθεροτυπία, 13 Αυγούστου 2010 )

32πχ Μεταφράσεις[]