έντερα
Από Βικιλεξικό
Ελληνικά (el) [
]
Κλιτή μορφή ουσιαστικού [
]
έντερα ουδέτερο
- έντερο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού
έντερα ουδέτερο