έξαλλος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- έξαλλος < αρχαία ελληνική ἒξαλλος
[
]
Επίθετο
έξαλλος
- που έχει παρασυρθεί από εντονότατα συναισθήματα, ο εκτός εαυτού.
- έξαλλος από χαρά, το έξαλλο πλήθος τον ποδοπάτησε
- που χαρακτηρίζεται από υπερβολή, ο ξέφρενος
- τα έξαλλα πάθη οδηγούν σε φοβερές πράξεις
- αντισυμβατικός, προκλητικός ως προς το κοινωνικά αποδεκτό
- έξαλλο ντύσιμο
[
]
Μεταφράσεις
έξαλλος