έξοδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έξοδος έξοδοι
γενική εξόδου εξόδων
αιτιατική έξοδο εξόδους
κλητική (έξοδo) έξοδοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έξοδος < αρχαία ελληνική ἔξοδος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈɛ.ksɔ.ðɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

έξοδος θηλυκό

  1. το σημείο από όπου κάποιος εξέρχεται, βγαίνει από ένα χώρο
  2. η ενέργεια με την οποία κάποιος φεύγει από ένα χώρο
    1. έφοδος αυτών που εγκαταλείπουν μια πολιορκημένη πόλη
      η έξοδος του Μεσολογγίου
    2. μετακίνηση των κατοίκων της πόλης προς την ύπαιθρο κατά τις αργίες και τις διακοπές
      η μαζική έξοδος των Αθηναίων κάθε Σαββατοκύριακο
  3. (πληροφορική) το αποτέλεσμα μιας υπολογιστικής διαδικασίας
  4. (πληροφορική) τα δεδομένα που στέλνει ένας υπολογιστής σε μια συσκευή εξόδου, όπως η οθόνη ή ο εκτυπωτής

32πχ Μεταφράσεις[]