έξω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- έξω < πρόθεση εξ + -ω
[
]
Επίρρημα
έξω
- στο εξωτερικό μέρος, εκτός ενός κλειστού χώρου, συνήθως ενός κτηρίου
- βγήκε για λίγο έξω για μια δουλειά
- έξοδος με σκοπό τη διασκέδαση
- θα βγούμε έξω το βράδυ με φίλους
- προς δήλωση εξαίρεσης
- έξω από τη Μαρία, κανένας άλλος δεν ξέρει τίποτα για την υπόθεση
- στο εξωτερικό
- πήγε έξω για μεταπτυχιακές σπουδές
[
] Εκφράσεις
- έξω-έξω: στο πιο ακραίο σημείο
- έξω από τα δόντια: χωρις περιστροφές
- έξω φρενών: πολύ εκνευρισμένος
- μία κι έξω: με μια προσπάθεια // χωρίς διακοπή
- πέφτω έξω: αποτυγχάνω σε κάποια προσπάθεια // χάνω ρήματα // αστοχώ σε εκτίμηση ή πρόβλεψη
- το ρίχνω έξω: διασκεδάζω
[
]
Συνώνυμα
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
στο εξωτερικό μέρος
έξοδος για διασκέδαση
εξαίρεση
[
]
Ουσιαστικό
έξω ουδέτερο
- η εξωτερική πλευρά ενός αντικειμένου
- το έξω της βαλίτσας
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Επίθετο
έξω (συνήθως με άρθρο)
- που μένει στο εξωτερικό
- οι έξω συγγενείς μου
- αυτός που αναφέρεται ή σχετίζεται με την κοινωνική ζωή
- δεν θέλει καμία επαφή με τον έξω κόσμο