έξω

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Ελληνικά (el)

Ετυμολογία

έξω < πρόθεση εξ + -ω

Επίρρημα

έξω

  1. στο εξωτερικό μέρος, εκτός ενός κλειστού χώρου, συνήθως ενός κτηρίου
    βγήκε για λίγο έξω για μια δουλειά
  2. έξοδος με σκοπό τη διασκέδαση
    θα βγούμε έξω το βράδυ με φίλους
  3. προς δήλωση εξαίρεσης
    έξω από τη Μαρία, κανένας άλλος δεν ξέρει τίποτα για την υπόθεση
  4. στο εξωτερικό
    πήγε έξω για μεταπτυχιακές σπουδές

Ουσιαστικό

έξω ουδέτερο

  • η εξωτερική πλευρά ενός αντικειμένου
το έξω της βαλίτσας

Επίθετο

έξω (συνήθως με άρθρο)

  1. αυτός που μένει στο εξωτερικό
    οι έξω συγγενείς μου
  2. αυτός που αναφέρεται ή σχετίζεται με την κοινωνική ζωή
    δεν θέλει καμία επαφή με τον έξω κόσμο

Εκφράσεις

Σύνθετα

Συνώνυμα

  1. εκτός
  2. όξω
  3. εξωτερικό
  4. εξωτερικός


Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες