έπιπλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έπιπλο έπιπλα
γενική επίπλου επίπλων
αιτιατική έπιπλο έπιπλα
κλητική έπιπλο έπιπλα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

έπιπλο < αρχαία ελληνική πληθυντικός ἔπιπλα

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

έπιπλο ουδέτερο

  • ονομασία χρηστικών αντικειμένων (συνήθως κινητών) που χρησιμοποιούνται κυρίως σε κλειστούς χώρους, σπίτια, γραφεία, καταστήματα
Πρέπει να αγοράσουμε καινούρια έπιπλα για το σπίτι.
Μερικά έπιπλα:
  • (μεταφορικά, υποτιμητικά) για άτομο χωρίς ιδιαίτερα πνευματικά χαρίσματα, που συνοδεύει άλλο πρόσωπο
Όπου πάμε, μας κουβαλάει κι αυτό το έπιπλο, την Τάδε.

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες