έρωτας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | έρωτας | έρωτες |
| γενική | έρωτα | ερώτων |
| αιτιατική | έρωτα | έρωτες |
| κλητική | έρωτα | έρωτες |
Ετυμολογία [
]
- έρωτας < αρχαία ελληνική ἔρως < ἔραμαι/ἐρῶ
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
έρωτας ουδέτερο
- σαρκική έλξη ενός ατόμου προς άλλο, έντονη επιθυμία ή αγάπη, υπερβολική αφοσίωση
- η σχέση μεταξύ ερωτευμένων
- το αντικείμενο της ερωτικής επιθυμίας
- η σαρκική επαφή, η ερωτική πράξη