ήπαρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ήπαρ ήπατα
γενική ήπατος ηπάτων
αιτιατική ήπαρ ήπατα
κλητική ήπαρ ήπατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ήπαρ < αρχαία ελληνική ἧπαρ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ήπαρ ουδέτερο

  1. (λόγιο) το συκώτι
    το ήπαρ είναι το χημικό εργοστάσιο του σώματος
    ιστολογική εξέταση του ήπατος, κίρρωση του ήπατος

Εκφράσεις[]

  • μου κόπηκαν τα ήπατα : τρόμαξα πολύ, έμεινα παράλυτος από το φόβο → βλέπε έκφραση: πάγωσε το αίμα μου
όταν είδα το λιοντάρι μπροστά μου, μου κόπηκαν τα ήπατα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]